αγορεύω


αγορεύω
αγορεύω, αγόρευσα βλ. πίν. 19

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀγορεύω — speak in the assembly pres subj act 1st sg ἀγορεύω speak in the assembly pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγορεύω — (Α ἀγορεύω) εκφωνώ λόγο σε δημόσια συγκέντρωση, δημηγορώ νεοελλ. (ειρωνικά) μιλώ σαν ρήτορας, ρητορεύω αρχ. 1. λέω, μιλώ, αναφέρω 2. αναγγέλλω, διακηρύσσω 3. συμβουλεύω, παρακινώ 4. ορίζω 5. αποδεικνύω, φανερώνω, υποδηλώνω 6. φρ. «κακῶς ἀγορεύω… …   Dictionary of Greek

  • αγορεύω — αγόρευσα, αγορεύτηκα, αγορευμένος (συνήθως σύνθ. σ όλους τους χρόνους), μιλώ σε δημόσιο τόπο, βγάζω λόγο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγορεύσουσι — ἀγορεύω speak in the assembly aor subj act 3rd pl (epic) ἀγορεύω speak in the assembly fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀγορεύω speak in the assembly fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀ̱γορεύσουσι , ἀγορεύω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγορεύσατε — ἀγορεύω speak in the assembly aor imperat act 2nd pl ἀ̱γορεύσατε , ἀγορεύω speak in the assembly aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀγορεύω speak in the assembly aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγορεύῃ — ἀγορεύω speak in the assembly pres subj mp 2nd sg ἀγορεύω speak in the assembly pres ind mp 2nd sg ἀγορεύω speak in the assembly pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγόρευσον — ἀγορεύω speak in the assembly aor imperat act 2nd sg ἀ̱γόρευσον , ἀγορεύω speak in the assembly futperf ind act masc voc sg (doric aeolic) ἀ̱γόρευσον , ἀγορεύω speak in the assembly futperf ind act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠγορευμένα — ἀγορεύω speak in the assembly perf part mp neut nom/voc/acc pl (attic epic doric ionic aeolic) ἠγορευμένᾱ , ἀγορεύω speak in the assembly perf part mp fem nom/voc/acc dual (attic epic doric ionic aeolic) ἠγορευμένᾱ , ἀγορεύω speak in the… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγορευόμενον — ἀγορεύω speak in the assembly pres part mp masc acc sg ἀγορεύω speak in the assembly pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγορευόντων — ἀγορεύω speak in the assembly pres part act masc/neut gen pl ἀγορεύω speak in the assembly pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)